ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΑΔΕΣ

     Όταν μιλάμε για παραμύθια, έχομε στο νου μας ένα τζάκι φωτεινό, μια γιαγιά σκυφτή με πρόσωπο γλυκό κι΄ ένα παιδάκι με σπίθες στα μάτια, καθισμένο στα πόδια της, σε σκαμνί χαμηλό, με μαξιλαράκι.

     Το παραμύθι, λένε είναι η πνευματική τροφή των παιδιών και των απλοϊκών ανθρώπων. Μα η αλήθεια είναι, πως το παραμύθι το αγαπούν όλοι οι άνθρωποι. Όπου δεν υπάρχει, δημιουργούν. Όπου υπάρχει το διαμορφώνουν και το διατηρούν. Έχει ακόμα, καθένας μας, ένα παραμύθι μέσα του.

     Στο παραμύθι δεν μπορούν να σταθούν αδικίες και προστυχιές. Δεν χωρούν. Μα την ίδια ώρα τακτοποιούνται μέσα του όλα τα ανθρώπινα όνειρα, σκοποί και πόθοι ατομικοί και συνολικοί.

    Τίποτα δεν μας ευφραίνει όσο ένα παραμύθι καμωμένο στα μέτρα του μυαλού και της ψυχής μας. Υπάρχουν ωστόσο τόσες  διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Άλλοι ακούνε το παραμύθι από γερασμένους παππούδες, άλλοι από ρυτιδωμένες γιαγιές και άλλοι από γέρους, που είχαν το μεγάλο χάρισμα της αφήγησης.

     Τους παραμυθάδες τους τιμούσαν σαν νάταν άνθρωποι μεγάλοι και περνούσαν κοντά τους ώρες ατέλειωτες. Ένας τέτοιος παραμυθάς ήταν και ο γέρο Λιάς (Μίχαλος), που είχε το χάρισμα να ιστορεί όμορφα τις παλιές ιστορίες και να ταιριάζει μόνος του παραμύθια, που τους έδινε τέτοια πλοκή, που θα τον ζήλευαν οι καλύτεροι διηγηματογράφοι. Το παραμύθι κρατούσε ώρες ολόκληρες. Έφθαναν τα μεσάνυχτα πολλές φορές και ο γέρο - Λιάς συνέχιζε. Εφρόντιζε οπωσδήποτε να τέλειωνε μονοβραδιάς.

     Είχε γίνει περιζήτητος στις συντροφιές κατά τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες, αλλά η αδυναμία του ήταν το σπίτι του γερό - Πιτσονομίχαλου, που ήταν θείος του και κει μαζεύοντουσαν  απ΄ όλο το χωριό, για ν΄ ακούσουν και ν΄ απολαύσουν τον υπέροχο παραμυθά του χωριού μας.

    Δεν υπήρχαν τότε ούτε ραδιόφωνα, ούτε τηλεοράσεις και άλλα μέσα ψυχαγωγίας. Ήσαν τυχεροί όσοι τον άκουαν και στο σπίτι του και στο φιλόξενο σπίτι του θείου του. Κρίμα που δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα για να τα μαγνητοφωνήσουν και να διασωθούν.

     Δύο - τρεις φορές είχαμε κι΄ εμείς τη μεγάλη τιμή να τον απολαύσουμε. Και φέρομε μεγάλη ευθύνη ένα τέτοιο θησαυρό να μην το διασώσουμε .  Είχε μνήμη απέραντη, μαεστρία καταπληκτική στη διήγηση, που με τις ωραίες και θαυμάσιες εικόνες, που διαδέχονταν η μια την άλλη, κρατούσαμε το στόμα ανοιχτό μέχρι να φθάσει στο τέλος για να δούμε την έκβαση του ιστορήματος.

    Εκείνος ατάραχος αφηγείτο χωρίς κομπασμούς, χωρίς αλαζονεία. Και γεννάται το ερώτημα. Ήσαν δημιουργήματα της φαντασίας του; Ή μήπως τα είχε ακούσει από τον πατέρα του ή τον πάππου του, γιατί οι γραμματικές του γνώσεις ήσαν ελάχιστες. ΄Ηταν ακόμη άφθαστος και στις παροιμίες, στα γνωμικά και στα ανέκδοτα ανεξάντλητος.