ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

αβανιά (η)

-    κατηγορία, συκοφαντία. (Μου βγάλαν αβανιά ότι μεθώ).

αβάρετος (ο)

-    ακούραστος. (Είναι αβάρετο παιδί).

άβι (το) και αβιτζής (ο)

-    το κυνήγι και ο κυνηγός (Πάμε στο άβι. Είναι καλός αβιτζής)

αβγατίζω

-    βγάζω πολλή δουλειά. Υπάρχει και βγοδώνω. (Αυτός αβγατίζει στη δουλειά).

αβράκωτος (ο)

-    αυτός που δε φορεί βρακί και μεταφορικά, ο στερούμενος περιουσίας, πολύ φτωχός. (Τι να τον κάμεις; Αυτός είναι αβράκωτος.

αγάλια με

-    περίμενε με. (Αγάλια με γιατί δεν μπορών να τρέχω).

αγαλιάς (ο)

-    ο ανόητος, ο περιορισμένης αντιλήψεως, λέγεται και λαφρύς, αχουμάκης, (Μη του πιστεύεις κι αυτός είναι αγαλιάς).

άγανο (το) και τσάγανο

-    Ο στερούμενος δυνάμεως, ενεργητικότητος. (Αυτός δεν έχει άγανο (τσάγανο επάνω του).

αγέλωπας (ο)

-    η βρώμη.

αγγουρόκομα (το)

-    καρπός που κόβεται χωρίς να ωριμάσει. (Τ΄ αγγουρόκοψες τα μήλα).

άγγουρος (ο)

-    ο ανώριμος (προφέρεται με δύο γ). (Τα σταφύλια είναι άγγουρα).

αγγουρόλοος (ο)

-    ο πικρόχολος, ο πικρόλοος. (Είναι αγγουρόλοος).

αγιαννίτικα (τα)

-    λεπτοκαμωμένα. Λέγεται και ένα είδος πρώιμων  σταφυλιών. Υπάρχουν και αγιαννίτικα αμύγδαλα, με πολύ λεπτό φλοιό. (Αυτός είναι αγιαννίτικος δηλ. λεπτοκαμωμένος).

αγιά

-    δηλωτικόν αηδίας. (Ωχ αγιά. Αγιά καμός).

αγιάρι (το)

-    σύγκριση. (θα κάμομε αγιάρι τα καντάρια μας).

αγκιλώνω

-    ερεθίζω, κεντρίζω και το ουσ. αγκίλα (η), είδος αγκαθιού. Όπλον αμύνης θάμνων. (Προσπαθώ να βγάλω την αγκίλα από το δάκτυλο). Λέγεται και μετ. «αυτός είναι αγκίλι = υπονομευτής».

αγκομαχώ

-    λαχανιάζω, ασθμαίνω. Ουσ. αγκομάχισμα. (Γιατί αγκομαχείς έτσι, είσαι άρρωστος;)

αγκρούφοι (οι)

-    πλατειές πέτρες, που έμπαιναν στην άκρη των δωμάτων, όταν τα σπίτια δεν ήσαν κεραμοσκεπή (ακροκέραμοι).

αγριά (η)

-    η άγρωστις, κοινώς αγριάδα. Βράζεται και το νερό πίνεται σαν φάρμακο για τη ψαμμίαση.

αγροικώ

-    καταλαβαίνω, κατανοών. Επιθ. Αγροίκιστος, ο πεισματάρης. Αυτός είναι αγροίκιστος και δεν παίρνει από λόγια). Το λένε και μπρούζο.

άγναφτος (ο)

-    αυτός που δεν είναι ψημένος στη δουλειά, ο αμάθητος, ο ακάμωτος, ο άμεστος. (Το παιδί είναι άγναφτο ακόμη).

αδάμαστος (ο) και η αδάμαστη

-    αχώνευτος, αχώνευτη. (η κοπριά είναι αδάμαστη ακόμη, άφησε την να δαμάσει).

αδειά (η)

-    χρόνος, καιρός. Από το ρήμα αδειάζω - ευκαιρώ. (Δεν έχω αδειά) = δεν έχω χρόνο. (Επιθ. Αδειανός - κενός).

αδειαώρα (η)

-    (Επιρ.) Συνέχεια. (Δεν αδειάζω απ΄ τις δουλειές αδειαώρα με ενοχλείς.) (Αδειαώρα μου κολλά).

αδιαφέντευτος (ο)

-    ο ατακτοποίητος (Άφησε αδιαφέντευτα  τα πράγματα του).

α θε

-    αν θέλει.

άθεν έρτει

-    ας ήρχετο.

αθός (ο)

-    το άνθος, το καλύτερο, το επάνω-επάνω. (Πήρε τον αθό κι άφησε τα σκάρτα).

αθρύμπα (η)

-    είδος θυμαριού.

αθρακούφη (η)

-    η υπό την τέφρα υπάρχουσα φωτιά. (Έχει καλή αθρακούφη για να ψήσομε τα κάστανα).

ακριβοθώρετος (ο)

-    ο σπανίως εμφανιζόμενος, που σπάνια βλέπομε. (Τώρα πια μας έγινες ακριβοθώρετος). Καμιά φορά χαρακτηρίζομε και τους ακατάδεκτους).

άκουσμα (το)

-    φήμη.

Άκρια (η)

-    η άκρη και μεταφ. Αδύναμο. (Μου άφησε μερικά χωράφια, μα είναι άκριες).

Ακταρμάς (ο)

-    ανακάτωμα, ανάμιξη. (Τα έκαμες ακταρμά όλα «τ΄ ανακάτεψες»).

Αλάργα

-    μακριά. (Αλάργα απ΄ αυτόν τον άνθρωπο).

αλίθι (το)

-    άγουρο σύκο. (Βλέπω τ΄ αλίθια και πέφτουν και δεν μου αρέσει).

Αλιμπερτός (ο)

-    ελεύθερος, ασύδοτος. (Άφησε τα βόδια αλιμπερτά να βόσκουν).

Αλετροπόδαρο (το)

-    το βασικότερο από τα μέρη του αρότρου.

Αλιφιός (ο)

-    είδος θάμνου.

Αλλί

-    αλλοίμονο. (Ωχ αλλί - αλλί σε μας).

Αμαλαγιά (η)

-    Φαγητό καλό και φθηνό. Μετ. ευκαρία.

Αμανίτης (ο)

-    Είδος μανιταριού.

Αμμουδάρα (η)

-    το παραποτάμιο χωράφι.

Αμπουκούνα (η)

-    πρώιμο μακρόστενο μαύρο σύκο.

Αμωρία (η)

-    απερισκεψία, ανοησία.

Ανάκαρδα

-    χωρίς καρδιά, όρεξη, άκεφα. (Ανάκαρδα πήρα την απόφαση).

Ανακούρκουδα

-    αυτός που στηρίζεται στα πόδια με λυγισμένα τα γόνατα.

Ανάντολος (ο)

-    ο ασουλούπωτος και ανάντολα, ανάντολο σώμα. (Ανάντολα περπατά).

Ανάρια

-    αραιά. (Σπέρνε ανάρια).

Ανεβάτης (ο)

-    ο υπνοβάτης.

Ανηφοράς (ο)

-    ο φεγγίτης.

Ανόρπιστο (το)

-    ξαφνικό, αναπάντεχο. (Ανόρπιστο να σ΄ εύρει).

Αντάρα (η)

-    η ομίχλη.

Αντράκλας (ο) και αντρίδι (το)

-    υψηλόσωμος άνδρας.

αξάι (το)

-    το παρακράτημα του μυλωνά από την άλεση σίτου.

αξόνι (το)

-    άξονας ξύλινος του ανεμόμυλου, πάνω στον οποίο σφηνώνονται οι αντένες (ξύλινες ακτίνες του μύλου), και τοποθετούνται τα πανιά.

Άπαιδος (ο)

-    αυτός που δεν έχει παιδιά - άτεκνος.

Απανεμιά (η)

-    πτώση ανέμου. (Με τις απανεμιές δεν μπορώ να ξανεμίσω).

Απαντώ

-    εμποδίζω, συναντώ, φυλάγω, επαρκώ. (Απάντα τις κατσίκες να μη φάνε τα μπόλια), εμπόδισε τις κατσίκες κ.λ.π. (Στο δρόμο που ήρχεσο απάντησες κανένα;). Τι κάνεις; Απαντώ τα πρόβατα), δηλαδή τα φυλάγω. (Απαντάς τα έξοδα σου μ΄ αυτά που παίρνεις;).

Απαντέχω

-    περιμένω. (Σ΄ απαντέχω τόση ώρα).

Απλώστρια (η)

-    κατάλληλο μέρος για άπλωμα ρούχων,

αποβγάζω

-    αποδιώχνω. (Τον απόβγαλα με μικροπράγματα).

απογενίτης (ο)

-    αυτός που προέρχεται από κατώτερο γένος

απογυρίζω

-    αποστρέφω, αποφεύγω. (Τον συνάντησα στο δρόμο, μα με απογύρισε).

αποδέλοιπα (τα)

-    τα υπόλοιπα και ευχή στους γάμους. (Και στ΄ αποδέλοιπα με το καλό). (Εγώ επήρα τα πολλά και κείνος τα΄ αποδέλοιπα).

αποζούρι (το)

-    το καχεκτικό, το τελευταίο. Πολλάκις και ο Βενιαμίν της οικογενείας όταν είναι καχεκτικός, λέγεται αποζούρι. (Διάλεξες τα καλά και μ΄ άφησες τ΄ αποζούρια).

αποθυμώ και αραθυμώ

-    επιθυμώ ,νοσταλγώ ουσ. αποθυμιά - επιθυμία αραθυμιά - νοσταλγία. ΄Εχω καιρό να σε δω και σ΄ αποθύμησα. Σε είχα αποθυμιά.

αποκόβγω

-    σταματώ. (Απόκοψε το παιδί από το γάλα «το σταμάτησε»). (Αποκόβγω τα ριφάκια για να κάμω λίγο τυρί).

αποκόντρια (η)

-    ιδιοτροπία. Αποκοντριασμένος - ιδιότροπος, (Καλή είναι, μα έχει και αποκοντριές). Τι τον θέλεις, αυτός είναι αποκοντριασμένος).

αποκοφτάδες (οι)

-    οι εκτιμητές αγροτικών ζημιών.

απολιγαίνω

-    μαζεύω, λιγοστεύω. (Αυτός απολιγαίνει και πάει «απομαζεύει» ).

απολοιφάδι (το)

-    το υπόλοιπο από μια πλάκα σαπουνιού και μετ. (Σαν απολοιφάδι μοιάζει), λέγεται για τους μικροσκοπικούς.

απομάζια (τα)

-    τα υπόλοιπα, τα τελευταία. (Άλλος πήρε τα πολλά κι εγώ τα απομάζια).

απομέλι (το

-    το τελευταίο του μελιού.

απανινός (ο)

-    ο από πάνω (οι απανινοί μας ενοχλούν συνεχώς).

Απόπατος (ο)

-    αποχωρητήριο.

Απόσοο (το)

-    από  κατώτερο σόι (γένος) οικογενείας.

αποστελλάρης (ο)

-    ο απεσταλμένος, ο κομιστής. (Κατά τον αποστελλάρη και η είδηση).

αποσώνω

-    αποτελειώνω. (Είχε, που είχε χάλια, τα απόσωσα κι εγώ).

αποφαίνομαι

-    εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι (Πότε πότε ν΄ αποφαίνεσαι για να σε βλέπομαι).

αρβελίζω

-    κομματιάζω, τεμαχίζω. Ουσ. τ΄ αρβέλι. (Αρβελίζω το κρέας), το κομματιάζω. Μάζεψε τ΄ αρβέλια σου (τα κομμάτια σου).

αργός (ο)

-    μακρόστενο ξύλο για τα πατητήρια.

αργοφωλιά (η)

-    το μέρος που ετοποθετείτο η άκρη του αργού.

αρκαλεύγομαι

-    σαρτοπηδώ, λακτίζω άσκοπα. Λέγεται επί ημιόνου, όστις αφηνιάσας τρέχει εδώ και εκεί άσκοπα ή λακτίζει συνεχώς. Το μουλάρι αρκαλεύγεται. Το φαινόμενον αυτό παρουσιάζεται κατά την άνοιξη.

αρματώνω

-    είμαι έτοιμος, ξεκινώ, ετοιμάζω. (Αρματώνω τον ανεμόμυλο «ετοιμάζω»). (Αύριο αρματώνω για τη Βολισσό).

αρτύζω

-    βάζω κάτι στο φαγητό, συνήθως μπαχαρικά.

αρφάδι (το)

-    εργαλείο για κτίστες, ξυλουργούς, μηχανικούς.

ασαϊντιστος (ο)

-    αυτός που δεν παίρνει από συμβουλές. (Αυτός είναι ασαϊντιστος «πεισματάρης»).

ασκελιά (η)

-    δρασκελιά, βήμα.

ασυγχνώτευτος (ο)

-    αυτός που δεν κάνει παρέα ( ο ενδοστρεφής).

αυγουλίτης (ο)

-    είδος μανιταριού.

αυκριώμαι

-    ωτακουστώ.

αύταχα (τα)

-    στα κατάβαθα της γης.

αφεδρώνας (ο)

-    ο πισινός.

αχαμνίζω

-    χαλαρώνω. Ουσ. αχάμνηση (η) = ευκοίλια. Αχαμνά (τα) ουροποιητικά όργανα. Επιθ. Αχαμνός (ο) αδύνατος, χαλαρωμένος, ανίσχυρος και οικονομικώς αδύνατος. (Αχάμνισε τη μεσιά του μουλαριού «χαλάρωσε»).

αχεροτσούβαλο (το)

-     τρίχινο μακρύ σακκί με το οποίο μετέφεραν τα άχυρα από το αλώνι στην αποθήκη (αχερώνα). Η κατασκευή του ήταν δύσκολη και δαπανηρή.

αχουμάκης (ο)

-    ο κοιμισμένος, αργοκίνητος.